hoard

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

hoard (en)

  1. κρυμμένο απόθεμα ή κεφάλαιο
  2. (αρχαιολογία) θαμμένος ή κρυμμένος θησαυρός
     συνώνυμα: trove

Ρήμα[επεξεργασία]

hoard (en)