tweet

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
tweet tweets

tweet (fr) αρσενικό

  1. ένα (σύντομο) μήνυμα που στέλνεται μέσω του δικτύου τουίτερ και περιέχει έως και 140 χαρακτήρες