Μετάβαση στο περιεχόμενο

underwear

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
underwear < under- + wear

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

underwear (en) (μη μετρήσιμο)

  • το εσώρουχο
    παράδειγμα  men’s/women’s/children’s underwear - αντρικά/γυναικεία/παιδικά εσώρουχα