wear

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

ενεστώτας wear
γ΄ ενικό ενεστώτα wears
αόριστος wore
παθητική μετοχή worn
ενεργητική μετοχή wearing
αγγλικά ανώμαλα ρήματα

Ρήμα[επεξεργασία]

wear (en)

  1. φορώ, είμαι ντυμένος ή στολισμένος με κάτι
  2. είμαι χτενισμένος με κάποιο τρόπο
    wear my hair down
  3. μοντάρω ή φέρω εξάρτημα