upright

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

upright (en)

  1. στητός, ευθυτενής
  2. μακρόστενος στο ύψος αντί του πλάτους (αναλογικά, συγκριτικά με το πλάτος)
  3. κιμπάρης, ευυπόληπτος, έντιμος, τίμιος, εντάξει