εντάξει
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- εντάξει < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐν τάξει (με τακτικό τρόπο), σημασιολογικό δάνειο από τη γερμανική in Ordnung [1]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /enˈda.ksi/ και σε γρήγορο λόγο /eˈda.ksi/
- ⓘ
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ε‐ντά‐ξει
- παλιότερος συλλαβισμός : εν‐τά‐ξει
Επίρρημα
[επεξεργασία]εντάξει
- (χαρακτηρισμός) στην πρέπουσα ή τη σωστή κατάσταση
Τακτοποίησα τα πράγματά μου και τώρα όλα είναι εντάξει.
- (σε διάλογο) δηλώνοντας την αλλαγή θέματος ή την αναφορά σε κάτι άλλο
- (ως απάντηση) ωραία, καλά, σύμφωνοι
- — Θα συναντηθούμε στις 8;
- — Εντάξει.
- τέλος, φτάνει, καλώς
- (για πρόσωπο, επιθετικά) με τίμια και καλή συμπεριφορά, όπως αρμόζει
Ο Πέτρος είναι πολύ εντάξει παιδί.- ≈ συνώνυμα: σωστός, ξηγημένος (λαϊκότροπο)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]εντάξει
- γ΄ πρόσωπο ενικού εξαρτημένου τύπου αορίστου του εντάσσω
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εντάσσω
- (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εντάσσω
- ※ «Η υπό σύσταση Επιτροπή για την καταπολέμηση της Διαφθοράς, όπως αυτή ανακοινώθηκε από τον Πρωθυπουργό, υπό τον Υπουργό Επικρατείας (…), πρέπει να εντάξει στις άμεσες προτεραιότητες διερεύνησης και τον έλεγχο της παράνομης διακίνησης καυσίμων (λαθρεμπόριο, νοθεία, δασμοφοροδιαφυγή, κλοπή, κ.λπ.). («Χαοτική» η κατάσταση στην αγορά πετρελαιοειδών λέει η ΠΟΠΕΚ, in.gr, 22/7/2015 )
- θα εντάξει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος εντάσσω
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ εντάξει - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Σημασιολογικά δάνεια από τα γερμανικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γερμανικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με ήχο στην προφορά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επιρρήματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ρηματικοί τύποι (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)