vénal

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό vénal vénaux
θηλυκό vénale vénales

vénal (fr)

  1. που μπορεί να διαφθαρεί, που αγνοεί την ηθική
  2. δωροδοκήσιμος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]