Μετάβαση στο περιεχόμενο

ventilator

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
ventilator ventilators

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ventilator < (λόγιο δάνειο) λατινική ventilator ή < ventilate + -or
ΑΠΟΓΟΝΟΙ:  δείτε στο λατινικό ventilator

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ventilator (en)

  1. (τεχνολογία) ο εξαεριστήρας, το βεντιλατέρ
  2. ο ιατρικός αναπνευστήρας

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]
  • ventilator στην αγγλική Βικιπαίδεια Λήμμα στην αγγλική Βικιπαίδεια



Λατινικά (la)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ventilator < ventilo, ventila- + -tor

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ventilator, -oris (la) αρσενικό

Απόγονοι

[επεξεργασία]

ventilator (λατινικά)

αγγλικά: ventilator
γαλλικά: ventilateur
νέα ελληνικά: βεντιλατέρ, εξαεριστήρας, ανεμιστήρας
ισπανικά: ventilador