Μετάβαση στο περιεχόμενο

villager

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
villager villagers

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
villager < village + -er

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

villager (en)