więzień

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

więzień (pl) αρσενικό

  1. ο φυλακισμένος
  2. ο κρατούμενος
    więzień kryminalny, polityczny - ποινικός, πολιτικός κρατούμενος

Open book 01.svg Κλιτικός τύπος ουσιαστικού[επεξεργασία]

więzień (pl)