κρατούμενος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική κρατούμενος κρατούμενη/
κρατουμένη
κρατούμενο
γενική κρατούμενου/
κρατουμένου
κρατούμενης/
κρατουμένης
κρατούμενου/
κρατουμένου
αιτιατική κρατούμενο κρατούμενη/
κρατουμένη
κρατούμενο
κλητική κρατούμενε κρατούμενη/
κρατουμένη
κρατούμενο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κρατούμενοι κρατούμενες κρατούμενα
γενική κρατούμενων/
κρατουμένων
κρατούμενων/
κρατουμένων
κρατούμενων/
κρατουμένων
αιτιατική κρατούμενους κρατούμενες κρατούμενα
κλητική κρατούμενοι κρατούμενες κρατούμενα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κρατούμενος < μετοχή ενεστώτα του κρατούμαι

Μετοχή[επεξεργασία]

κρατούμενος -η -ο

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κρατούμενος αρσενικό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]