zakładać

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

zakładać (pl) (μη τετελεσμένο: założyć)

  1. υποθέτω, θεωρώ
  2. επιθέτω, βάζω κάτι πάνω σε κάτι άλλο
  3. (για ρούχα, καπέλο, γυαλιά κλπ.) φορώ
  4. ιδρύω, φτιάχνω

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]