Μετάβαση στο περιεχόμενο

zincage

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
zincage < λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
zincage zincages

zincage (fr), zingage αρσενικό