zoomed

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Μετοχή[επεξεργασία]

zoomed (en)

  • ζουμαρισμένος (συνήθως εννοούμε εστιασμένος σε λεπτομέρεια-τμήμα "zoomed-in" και όχι εστιασμένος σε γενικό πλάνο "zoomed-out")