écueil

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

écueil < escueil < προβηγκιακή escueyll < λατινική scopulus (→ δείτε τη λέξη: σκόπελος)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ενικός πληθυντικός
écueil écueils

écueil (fr) αρσενικό

  1. ο ύφαλος ή ο σκόπελος
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: brisant, récif
  2. (μεταφορικά) το πρόσκομμα
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: danger, piège