épinette
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ετυμολογία
[
]
Ουσιαστικό 1
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| épinette | épinettes |
épinette (fr) θηλυκό
[
]
Ουσιαστικό 2
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| épinette | épinettes |
épinette (fr) θηλυκό
- (Καναδάς) (βοτανική) η ερυθρελάτη
[
]
Ουσιαστικό 3
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| épinette | épinettes |
épinette (fr) θηλυκό