χορδή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χορδή χορδές
γενική χορδής χορδών
αιτιατική χορδή χορδές
κλητική χορδή χορδές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

χορδή < αρχαία ελληνική χορδή

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

χορδή θηλυκό

  1. σώμα με μορφή νήματος, από έντερο ή μέταλλο, που τεντώνεται πάνω σε ηχείο μουσικού οργάνου και, όταν πάλλεται, παράγει ήχο: οι χορδές της κιθάρας
  2. η νευρά τόξου

32πχ Μεταφράσεις[]