χορδή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χορδή χορδές
γενική χορδής χορδών
αιτιατική χορδή χορδές
κλητική χορδή χορδές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

χορδή < αρχαία ελληνική χορδή ( η χορδή οργάνου αλλά και το έντερο)
Μαντζουριανός τοξότης που τεντώνει τη χορδή, 18ος αι.


Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

χορδή θηλυκό

  1. σώμα με μορφή νήματος, από έντερο ή τένοντα ζώου ή μέταλλο, που τεντώνεται πάνω σε ηχείο μουσικού οργάνου και, όταν πάλλεται, παράγει ήχο: οι χορδές της κιθάρας
  2. η νευρά τόξου, δηλαδή το ελαστικό μέρος ενός όπλου με το οποίο εκτοξεύονται βέλη ή πέτρες (στη σφενδόνη) και που κατασκευαζόταν από έντερο ή νεύρο -τένοντα ζώου
Χορδή από έντερο για τσέλο

32πχ Μεταφράσεις[]


Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Ποιός σκεφτόταν την πρώτη ύλη για τη χορδή όταν άκουγε τη λύρα; (κεραμεικό του 450 π.Χ, σήμερα στη Νέα Υόρκη)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

χορδή < συγγενής με τις λέξεις χολάς και χόλιξ και ως προς τη σημασία (το έντερο, τα εντόσθια)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

χορδή θηλυκό

  1. το έντερο
  2. η χορδή μουσικού οργάνου (η οποία συχνά ήταν ειδικά επεξεργασμένο τμήμα του εντέρου ενός ζώου)
  3. το λουκάνικο


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]