χορδή
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | χορδή | χορδές |
| γενική | χορδής | χορδών |
| αιτιατική | χορδή | χορδές |
| κλητική | χορδή | χορδές |
Ετυμολογία [
]
- χορδή < αρχαία ελληνική χορδή
Ουσιαστικό [
]
χορδή θηλυκό
- σώμα με μορφή νήματος, από έντερο ή μέταλλο, που τεντώνεται πάνω σε ηχείο μουσικού οργάνου και, όταν πάλλεται, παράγει ήχο: οι χορδές της κιθάρας
- η νευρά τόξου