κιθάρα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κιθάρα | κιθάρες |
| γενική | κιθάρας | κιθαρών |
| αιτιατική | κιθάρα | κιθάρες |
| κλητική | κιθάρα | κιθάρες |
[
]
Ετυμολογία
- κιθάρα < σημασιολογικό δάνειο από ιταλική chitarra < λατινική cithara < αρχαία ελληνική κιθάρα
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
κιθάρα θηλυκό
- έγχορδο μουσικό όργανο, με ξύλινο ηχείο, μεγάλο βραχίονα και έξι (ή σπανιότερα, δώδεκα) χορδές, το οποίο παίζεται με τα δάχτυλα ή με πένα
[
]
[
]
Δείτε επίσης
- κιθάρα στη Βικιπαίδεια

[
]
Μεταφράσεις
κιθάρα
[
]
Αρχαία ελληνικά (grc)
[
]
Ουσιαστικό
κιθάρα θηλυκό
- μικρή άρπα με ξύλινο ηχείο