ατροπίνη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ατροπίνη < (μυθολογία) Άτροπος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ατροπίνη θηλυκό

  1. (βοτανική): δηλητηριώδης χημική ουσία που παράγεται από το φυτό μπελαντόνα.
  2. (φαρμακευτική): ως φυσικό αλκαλοειδές χρησιμοποιείται σε θεραπευτικές αγωγές πριν από την αναισθησία, σε θεραπεία έλκους στομάχου, κολικού του νεφρού, της χολής κ.λπ.. υπαγόμενη στις αμιγείς ουσίες της κατηγορίας των αντιχολινεργικών.

32πχ Μεταφράσεις[]