βουλώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βουλώνω < βούλα

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

βουλώνω, παρατ.: βούλωνα, στιγμ. μέλλ.: θα βουλώσω, αόρ.: βούλωσα , μτχ.π.π.: βουλωμένος

  1. (μεταβατικό) κλείνω στεγανά ένα δοχείο χρησιμοποιώντας ένα βούλωμα
  2. (μεταβατικό) γεμίζω ένα κενό χρησιμοποιώντας κάποιο υλικό
    ο μπογιατζής προσπαθούσε να βουλώσει με στόκο μια μεγάλη τρύπα
    • (μεταφορικά) προσπαθώ να αντιμετωπίσω κάποιες ανάγκες
    κάνουμε οικονομία για να βουλώσουμε καμιά τρύπα
  3. (αμετάβατο) για αγωγό που είναι φραγμένος σε καποιο σημείο
    βούλωσε ο νεροχύτης και έφτασαν τα νερά στο διάδρομο
    βουλώνουν τα αφτιά μου: υπάρχει υγρό στον ακουστικό πόρο και δεν ακούω καλά
  4. (μεταφορικά) κάνω κάποιον να σταματήσει να μιλάει εναντίον μου
    πρέπει να βουλώσουμε μερικά στόματα
  5. (με την αντωνυμία το, αγενές) σταματάω να μιλάω, σωπαίνω, σκάω, βγάζω το σκασμό
    θα το βουλώσεις επιτέλους;

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]