βουλώνω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- βουλώνω < βούλα
Ρήμα [
]
βουλώνω, παρατ.: βούλωνα, στιγμ. μέλλ.: θα βουλώσω, αόρ.: βούλωσα , μτχ.π.π.: βουλωμένος
- (μεταβατικό) κλείνω στεγανά ένα δοχείο χρησιμοποιώντας ένα βούλωμα
- (μεταβατικό) γεμίζω ένα κενό χρησιμοποιώντας κάποιο υλικό
- ο μπογιατζής προσπαθούσε να βουλώσει με στόκο μια μεγάλη τρύπα
- (μεταφορικά) προσπαθώ να αντιμετωπίσω κάποιες ανάγκες
- κάνουμε οικονομία για να βουλώσουμε καμιά τρύπα
- (αμετάβατο) για αγωγό που είναι φραγμένος σε καποιο σημείο
- βούλωσε ο νεροχύτης και έφτασαν τα νερά στο διάδρομο
- βουλώνουν τα αφτιά μου: υπάρχει υγρό στον ακουστικό πόρο και δεν ακούω καλά
- (μεταφορικά) κάνω κάποιον να σταματήσει να μιλάει εναντίον μου
- πρέπει να βουλώσουμε μερικά στόματα
- (με την αντωνυμία το, αγενές) σταματάω να μιλάω, σωπαίνω, σκάω, βγάζω το σκασμό
- θα το βουλώσεις επιτέλους;
[
]
Μεταφράσεις [
]
βουλώνω