|
απρόσωπες εγκλίσεις
|
| απαρέμφατο (αόριστος) |
γεμίσει
|
| μετοχή (ενεστώτας) |
γεμίζοντας
|
|
προσωπικές εγκλίσεις
|
| πρόσωπο |
ενικός |
πληθυντικός |
| πρώτο |
δεύτερο |
τρίτο |
πρώτο |
δεύτερο |
τρίτο |
| οριστική |
εγώ |
εσύ |
αυτός |
εμείς |
εσείς |
αυτοί |
μονολεκτικοί
χρόνοι |
ενεστώτας |
γεμίζω |
γεμίζεις |
γεμίζει |
γεμίζουμε |
γεμίζετε |
γεμίζουν |
| παρατατικός |
γέμιζα |
γέμιζες |
γέμιζε |
γεμίζαμε |
γεμίζατε |
γέμιζαν |
| αόριστος |
γέμισα |
γέμισες |
γέμισε |
γεμίσαμε |
γεμίσατε |
γέμισαν |
περιφραστικοί
χρόνοι |
εξακολουθητικός
μέλλοντας |
θα γεμίζω |
θα γεμίζεις |
θα γεμίζει |
θα γεμίζουμε |
θα γεμίζετε |
θα γεμίζουν |
στιγμιαίος
μέλλοντας |
θα γεμίσω |
θα γεμίσεις |
θα γεμίσει |
θα γεμίσουμε |
θα γεμίσετε |
θα γεμίσουν |
| παρακείμενος α' |
έχω γεμίσει |
έχεις γεμίσει |
έχει γεμίσει |
έχουμε γεμίσει |
έχετε γεμίσει |
έχουν γεμίσει |
| παρακείμενος β' |
έχω γεμισμένο |
έχεις γεμισμένο |
έχει γεμισμένο |
έχο(υ)με γεμισμένο |
έχετε γεμισμένο |
έχουν(ε) γεμισμένο |
| υπερσυντέλικος α' |
είχα γεμίσει |
είχες γεμίσει |
είχε γεμίσει |
είχαμε γεμίσει |
είχατε γεμίσει |
είχαν γεμίσει |
| υπερσυντέλικος β' |
είχα γεμισμένο |
είχες γεμισμένο |
είχε γεμισμένο |
είχαμε γεμισμένο |
είχατε γεμισμένο |
είχαν(ε) γεμισμένο |
συντελεσμένος
μέλλοντας α' |
θα έχω γεμίσει |
θα έχεις γεμίσει |
θα έχει γεμίσει |
θα έχουμε γεμίσει |
θα έχετε γεμίσει |
θα έχουν γεμίσει |
συντελεσμένος
μέλλοντας β' |
θα έχω γεμισμένο |
θα έχεις γεμισμένο |
θα έχει γεμισμένο |
θα έχο(υ)με γεμισμένο |
θα έχετε γεμισμένο |
θα έχουν(ε) γεμισμένο |
| υποτακτική |
εγώ |
εσύ |
αυτός |
εμείς |
εσείς |
αυτοί |
περιφραστικοί
χρόνοι |
ενεστώτας |
να γεμίζω |
να γεμίζεις |
να γεμίζει |
να γεμίζουμε |
να γεμίζετε |
να γεμίζουν |
| αόριστος |
να γεμίσω |
να γεμίσεις |
να γεμίσει |
να γεμίσουμε |
να γεμίσετε |
να γεμίσουν |
| παρακείμενος α' |
να έχω γεμίσει |
να έχεις γεμίσει |
να έχει γεμίσει |
να έχουμε γεμίσει |
να έχετε γεμίσει |
να έχουν γεμίσει |
| παρακείμενος β' |
να έχω γεμισμένο |
να έχεις γεμισμένο |
να έχει γεμισμένο |
να έχο(υ)με γεμισμένο |
να έχετε γεμισμένο |
να έχουν(ε) γεμισμένο |
| προστακτική |
- |
(εσύ) |
- |
- |
(εσείς) |
- |
μονολεκτικοί
χρόνοι |
ενεστώτας |
|
γέμιζε |
|
|
γεμίζετε |
|
| αόριστος |
|
γέμισε |
|
|
γεμίστε |
|
περιφραστικός
χρόνος |
παρακείμενος |
|
έχε γεμισμένο |
|
|
έχετε γεμισμένο |
|
|