γεμίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

γεμίζω < αρχαία ελληνική γεμίζω < γέμω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ʝɛ.ˈmi.zɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[]

γεμίζω και γιομίζω

  1. κάνω κάτι να είναι γεμάτο
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: πληρώ
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: αδειάζω
  2. προσφέρω ικανοποίηση, προκαλώ το αίσθημα της πληρότητας
  3. βάζω βλήματα σε πυροβόλο όπλο
  4. (αμετάβατο) γίνομαι γεμάτος από κάτι

Εκφράσεις[]

  • γεμίζω την κοιλιά μου : χορταίνω φαγητό // ικανοποιώ τις βασικές μου ανάγκες
  • δε μου γεμίζει το μάτι : δε μου φαίνεται ικανός, δε μου εμπνέει εμπιστοσύνη

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Plume ombre.png Κλίση[]

32πχ Μεταφράσεις[]


Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

γεμίζω < ομόρριζο του γέμω και γομόω

Open book 01.svg Ρήμα[]

γεμίζω

  1. καθιστώ κάτι πλήρες
  2. φορτώνω