βλήμα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | βλήμα | βλήματα |
| γενική | βλήματος | βλημάτων |
| αιτιατική | βλήμα | βλήματα |
| κλητική | βλήμα | βλήματα |
Ετυμολογία [
]
- βλήμα < αρχαία ελληνική βλῆμα
Προφορά [
]
Ουσιαστικό [
]
βλήμα ουδέτερο
- καθετί που ρίχνεται εναντίον ενός στόχου και, κυρίως, με βλητικό μηχανισμό όπλου και με σκοπό να προκαλέσει βλάβη
- (υβριστικά) ο ανόητος άνθρωπος
Μεταφράσεις [
]
βλήμα