σκάω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σκάω < αρχαία ελληνική σχάζω

Open book 01.svg Ρήμα[]

σκάω και σκάζω, παρατ.: έσκαγα, στιγμ. μέλλ.: θα σκάσω, αόρ.: έσκασα , μτχ.π.π.: σκασμένος

  1. (αμετάβατο) εκρήγνυμαι
    η βόμβα έσκασε στα χέρια του
    • (μεταβατικό ή αμετάβατο) ξεφουσκώνω βίαια
      μου έσκασε το μπροστινό λάστιχο και παραλίγο να σκοτωθώ
      στο τέλος της γιορτής τα παιδιά σκάσανε όλα τα μπαλόνια
  2. (αμετάβατο) (μεταφορικά) ανακοινώνομαι ξαφνικά και προξενώ αίσθηση
    έσκασε το νέο για τη συγχώνευση των δύο τραπεζών
  3. (αμετάβατο) (μεταφορικά) ζεσταίνομαι πάρα πολύ
    πάω να κάνω μια βουτιά γιατί έσκασα
  4. (αμετάβατο) (μεταφορικά) είμαι πολύ θυμωμένος ή στενοχωρημένος
    έσκασα από τη στενοχώρια
    • (μεταβατικό) στενοχωρώ πολύ κάποιον
      τον έσκασες τον άνθρωπο με τις χαζομάρες σου
  5. (αμετάβατο) (μεταφορικά) νιώθω μεγάλη δυσφορία επειδή έφαγα υπερβολικά πολύ
    έσκασα από το πολύ φαΐ
  6. (αγενές) σωπαίνω, το βουλώνω, βγάζω το σκασμό
    σκάσε πια, μας έπρηξες με τη φλυαρία σου
  7. (μεταβατικό) (αργκό) καταβάλλω χρηματικό ποσό
    έσκασα δυο κατοστάρικα για να πάρω αυτό το μηχάνημα
  8. το σκάω: δραπετεύω
    το έσκασε από τη φυλακή

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Εκφράσεις[]

Plume ombre.png Κλίση[]

32πχ Μεταφράσεις[]