σκάω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- σκάω < αρχαία ελληνική σχάζω
Ρήμα [
]
σκάω και σκάζω, παρατ.: έσκαγα, στιγμ. μέλλ.: θα σκάσω, αόρ.: έσκασα , μτχ.π.π.: σκασμένος
- (αμετάβατο) εκρήγνυμαι
- η βόμβα έσκασε στα χέρια του
- (μεταβατικό ή αμετάβατο) ξεφουσκώνω βίαια
- μου έσκασε το μπροστινό λάστιχο και παραλίγο να σκοτωθώ
- στο τέλος της γιορτής τα παιδιά σκάσανε όλα τα μπαλόνια
- (αμετάβατο) (μεταφορικά) ανακοινώνομαι ξαφνικά και προξενώ αίσθηση
- έσκασε το νέο για τη συγχώνευση των δύο τραπεζών
- (αμετάβατο) (μεταφορικά) ζεσταίνομαι πάρα πολύ
- πάω να κάνω μια βουτιά γιατί έσκασα
- (αμετάβατο) (μεταφορικά) είμαι πολύ θυμωμένος ή στενοχωρημένος
- έσκασα από τη στενοχώρια
- (μεταβατικό) στενοχωρώ πολύ κάποιον
- τον έσκασες τον άνθρωπο με τις χαζομάρες σου
- (αμετάβατο) (μεταφορικά) νιώθω μεγάλη δυσφορία επειδή έφαγα υπερβολικά πολύ
- έσκασα από το πολύ φαΐ
- (αγενές) σωπαίνω, το βουλώνω, βγάζω το σκασμό
- σκάσε πια, μας έπρηξες με τη φλυαρία σου
- (μεταβατικό) (αργκό) καταβάλλω χρηματικό ποσό
- έσκασα δυο κατοστάρικα για να πάρω αυτό το μηχάνημα
- το σκάω: δραπετεύω
- το έσκασε από τη φυλακή