απαρέμφατο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : απαρέμφατος

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική απαρέμφατο απαρέμφατα
γενική απαρεμφάτου απαρεμφάτων
αιτιατική απαρέμφατο απαρέμφατα
κλητική απαρέμφατο απαρέμφατα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

απαρέμφατο < ἀπαρέμφατον < ἀπαρέμφατος (αφανέρωτος) < α- στερητικό και παρεμφαίνω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /a.pa.'ɾɛɱ.fa.tɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

απαρέμφατο ουδέτερο

  • (γραμματική) ρηματικός τύπος που δεν φανερώνει το υποκείμενο ή τον αριθμό του/των προσώπων, αλλά μόνον τον ρηματικό χρόνο και τη ρηματική διάθεση - φωνή
το "δηλοῦν" είναι αρχαίο απαρέμφατο ενεστώτα της ενεργητικής φωνής του επίσης αρχαίου ρήματος δηλόω-δηλῶ
το "δηλώσει" είναι το απαρέμφατο της ενεργητικής φωνής του νεοελληνικού ρήματος δηλώνω
το "δηλωθεί" είναι το απαρέμφατο της παθητικής φωνής του ρήματος δηλώνω

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]


32πχ Μεταφράσεις[]