γκρι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Γάτα σκούρου γκρι χρώματος κοιμάται σε μοκέτα ανοιχτού γκρι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

γκρι < γαλλική gris

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

γκρι ουδέτερο (ακλιτο)

  • το φαιό χρώμα, το αποτέλεσμα της ανάμιξης λευκού και μαύρου, το γκρίζο


32πχ Μεταφράσεις[]