γλείφω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- γλείφω < αρχαία ελληνική ἐκ- + λείχω. Δεν υπάρχει ετυμολογική σχέση με το ομόηχο γλύφω.
[
]
Ρήμα
γλείφω
- εφαρμόζω και γλιστράω τη γλώσσα μου πάνω σε κάτι
- η μικρή έγλειφε το παγωτό της με απόλαυση.
- (μεταφορικά)) πλησιάζω να αγγίξω
- οι φλόγες της φωτιάς σχεδόν έγλειφαν τον οικισμό.
- (μειωτικά) κολακεύω
- Είναι ένας τιποτένιος. Μόνο γλείφοντας τους προϊσταμένους του θα πάρει προαγωγή.