γραμματολογία
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | γραμματολογία | γραμματολογίες |
| γενική | γραμματολογίας | γραμματολογιών |
| αιτιατική | γραμματολογία | γραμματολογίες |
| κλητική | γραμματολογία | γραμματολογίες |
[
]
Ετυμολογία
- γραμματολογία < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
γραμματολογία θηλυκό
- ο κλάδος της επιστήμης που μελετά την ιστορία της γραμματείας (λογοτεχνίας) ενός έθνους, μιας εποχής κλπ
- το σχετικό εγχειρίδιο
- κάθε φοιτητής της κλασικής φιλολογίας μελετά τη γραμματολογία του Lesky
[
]
[
]
Μεταφράσεις
γραμματολογία