δράκα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δράκα δράκες
γενική δράκας
αιτιατική δράκα δράκες
κλητική δράκα δράκες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

δράκα < δράττομαι

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈðɾa.ka/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

δράκα θηλυκό

  • ότι χωράει στην χούφτα ενός ανθρώπου, πολύ μικρή ποσότητα
μιά δράκα αγωνιστών


32πχ Μεταφράσεις[]