εκπέμπω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /ɛk.ˈpɛ.mbɔ/
[
]
Ρήμα
εκπέμπω
- διαχέω προς τα έξω
- μεταδίδω ηχητικά ή οπτικά σήματα μέσω ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων
- μεταδίδομαι μέσω ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων
[
] Εκφράσεις
- εκπέμπω σήμα κινδύνου : ζητώ βοήθεια μέσω ασυρμάτου // προειδοποιώ για κάτι άσχημο