εξοικειώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

εξοικειώνω < ελληνιστική κοινή } ἐξοικειόω, -ῶ

Open book 01.svg Ρήμα[]

εξοικειώνω, παρατ.: εξοικειωνόμουν, στιγμ. μέλλ.: θα εξοικειώσω, αόρ.: εξοικείωσα , παθ.φωνή: εξοικειώνομαι , μτχ.π.π.: εξοικειωμένος

  1. κάνω κάποιον να συνηθίσει κάτι, να αποκτήσει οικειότητα μαζί του

Plume ombre.png Κλίση[]


32πχ Μεταφράσεις[]