[
]
- εξοικειώνω < ελληνιστική κοινή } ἐξοικειόω, -ῶ
εξοικειώνω, παρατ.: εξοικειωνόμουν, στιγμ. μέλλ.: θα εξοικειώσω, αόρ.: εξοικείωσα , παθ.φωνή: εξοικειώνομαι , μτχ.π.π.: εξοικειωμένος
- κάνω κάποιον να συνηθίσει κάτι, να αποκτήσει οικειότητα μαζί του
Κλίση
|
απρόσωπες εγκλίσεις
|
| απαρέμφατο (αόριστος) |
εξοικειώσει
|
| μετοχή (ενεστώτας) |
εξοικειώνοντας
|
|
προσωπικές εγκλίσεις
|
| πρόσωπο |
ενικός |
πληθυντικός |
| α' |
β' |
γ' |
α' |
β' |
γ' |
| οριστική |
εγώ |
εσύ |
αυτός |
εμείς |
εσείς |
αυτοί |
μονολεκτικοί
χρόνοι |
ενεστώτας |
εξοικειώνω |
εξοικειώνεις |
εξοικειώνει |
εξοικειώνο(υ)με |
εξοικειώνετε |
εξοικειώνουν(ε) |
| παρατατικός |
εξοικείωνα |
εξοικείωνες |
εξοικείωνε |
εξοικειώναμε |
εξοικειώνατε |
εξοικείωναν, εξοικειώναν(ε) |
| αόριστος |
εξοικείωσα |
εξοικείωσες |
εξοικείωσε |
εξοικειώσαμε |
εξοικειώσατε |
εξοικείωσαν, εξοικειώσαν(ε) |
περιφραστικοί
χρόνοι |
εξακολουθητικός
μέλλοντας |
θα εξοικειώνω |
θα εξοικειώνεις |
θα εξοικειώνει |
θα εξοικειώνο(υ)με |
θα εξοικειώνετε |
θα εξοικειώνουν(ε) |
στιγμιαίος
μέλλοντας |
θα εξοικειώσω |
θα εξοικειώσεις |
θα εξοικειώσει |
θα εξοικειώσο(υ)με |
θα εξοικειώσετε |
θα εξοικειώσουν(ε) |
| παρακείμενος α' |
έχω εξοικειώσει |
έχεις εξοικειώσει |
έχει εξοικειώσει |
έχο(υ)με εξοικειώσει |
έχετε εξοικειώσει |
έχουν(ε) εξοικειώσει |
| παρακείμενος β' |
|
|
|
|
|
|
| υπερσυντέλικος α' |
είχα εξοικειώσει |
είχες εξοικειώσει |
είχε εξοικειώσει |
είχαμε εξοικειώσει |
είχατε εξοικειώσει |
είχαν(ε) εξοικειώσει |
| υπερσυντέλικος β' |
|
|
|
|
|
|
συντελεσμένος
μέλλοντας α' |
θα έχω εξοικειώσει |
θα έχεις εξοικειώσει |
θα έχει εξοικειώσει |
θα έχο(υ)με εξοικειώσει |
θα έχετε εξοικειώσει |
θα έχουν(ε) εξοικειώσει |
συντελεσμένος
μέλλοντας β' |
|
|
|
|
|
|
| υποτακτική |
εγώ |
εσύ |
αυτός |
εμείς |
εσείς |
αυτοί |
περιφραστικοί
χρόνοι |
ενεστώτας |
να εξοικειώνω |
να εξοικειώνεις |
να εξοικειώνει |
να εξοικειώνο(υ)με |
να εξοικειώνετε |
να εξοικειώνουν(ε) |
| αόριστος |
να εξοικειώσω |
να εξοικειώσεις |
να εξοικειώσει |
να εξοικειώσο(υ)με |
να εξοικειώσετε |
να εξοικειώσουν(ε) |
| παρακείμενος α' |
να έχω εξοικειώσει |
να έχεις εξοικειώσει |
να έχει εξοικειώσει |
να έχο(υ)με εξοικειώσει |
να έχετε εξοικειώσει |
να έχουν(ε) εξοικειώσει |
| παρακείμενος β' |
|
|
|
|
|
|
| προστακτική |
- |
(εσύ) |
- |
- |
(εσείς) |
- |
μονολεκτικοί
χρόνοι |
ενεστώτας |
|
εξοικείωνε |
|
|
εξοικειώνετε |
|
| αόριστος |
|
εξοικείωσε |
|
|
εξοικειώστε |
|
περιφραστικός
χρόνος |
παρακείμενος |
|
|
|
|
|
|
|