εξοικειώνω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- εξοικειώνω < ελληνιστική κοινή } ἐξοικειόω, -ῶ
[
]
Ρήμα
εξοικειώνω, παρατ.: εξοικειωνόμουν, στιγμ. μέλλ.: θα εξοικειώσω, αόρ.: εξοικείωσα , παθ.φωνή: εξοικειώνομαι , μτχ.π.π.: εξοικειωμένος
- κάνω κάποιον να συνηθίσει κάτι, να αποκτήσει οικειότητα μαζί του
[
]
Μεταφράσεις
εξοικειώνω