εξοικειώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

εξοικειώνω < ελληνιστική κοινή } ἐξοικειόω, -ῶ

[] Open book 01.svg Ρήμα

εξοικειώνω, παρατ.: εξοικειωνόμουν, στιγμ. μέλλ.: θα εξοικειώσω, αόρ.: εξοικείωσα , παθ.φωνή: εξοικειώνομαι , μτχ.π.π.: εξοικειωμένος

  1. κάνω κάποιον να συνηθίσει κάτι, να αποκτήσει οικειότητα μαζί του


[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη