εταιρία
Από Βικιλεξικό
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- εταιρία < αρχαία ελληνική ἑταιρία (φιλία)
Ουσιαστικό [
]
εταιρία θηλυκό
- άλλη γραφή του εταιρεία
εταιρία θηλυκό