εφευρίσκω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

εφευρίσκω < αρχαία ελληνική ἐφευρίσκω < ἐπί + εὑρίσκω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ɛ.fɛ.ˈvɾi.skɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[]

εφευρίσκω , παρατ.: εφεύρισκα, στιγμ. μέλλ.: θα εφεύρω, αόρ.: εφηύρα , παθ.φωνή: εφευρίσκομαι

  1. επινοώ κάτι (μια μέθοδο, μια συσκευή κ.λπ.) που δεν υπήρχε προηγουμένως
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: (καταχρηστικά) ανακαλύπτω
  2. επινοώ κάτι φανταστικό, για να αποφύγω μια δυσάρεστη κατάσταση
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: σκαρφίζομαι

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]