ζελέ
Από Βικιλεξικό
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- ζελέ < γαλλική gelée
[
]
Ουσιαστικό
ζελέ ουδέτερο
- → δείτε τη λέξη: ζελές