κοσμήτρια
Από Βικιλεξικό
|
Αναθεώρηση : αρχαία ή νέα;.
|
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κοσμήτρια | κοσμήτριες |
| γενική | κοσμήτριας | κοσμητριών |
| αιτιατική | κοσμήτρια | κοσμήτριες |
| κλητική | κοσμήτρια | κοσμήτριες |
[
]
Ετυμολογία
[
]
Ουσιαστικό
κοσμήτρια θηλυκό
- → δείτε τη λέξη: κοσμητής
[
]
Μεταφράσεις
κοσμήτρια