μαμή

Από Βικιλεξικό
(Ανακατεύθυνση από μαμμή)
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μαμή μαμές
γενική μαμής μαμών
αιτιατική μαμή μαμές
κλητική μαμή μαμές

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

μαμή < αρχαία ελληνική μάμμη (γιαγιά)

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

μαμή θηλυκό (πληθυντικός μαμές) (και μαμμή)

  • γυναίκα που παραστέκεται στην εγκυμονούσα κατά τον τοκετό και προσφέρει τις πρώτες φροντίδες στο νεογέννητο· η μαία
  • (μεταφορικά) αυτό που συμβάλει αποφασιστικά στο να γεννηθεί κάτι καινούριο.
«Η βία είναι η μαμή της ιστορίας.», Κ.Μαρξ

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες