μυστικοπάθεια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μυστικοπάθεια μυστικοπάθειες
γενική μυστικοπάθειας μυστικοπαθειών
αιτιατική μυστικοπάθεια μυστικοπάθειες
κλητική μυστικοπάθεια μυστικοπάθειες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μυστικοπάθεια < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μυστικοπάθεια θηλυκό

  1. η τάση να κρατά κάποιος μυστικό αυτό που κάνει, νιώθει, σκέφτεται κλπ. σε υπερβολικό βαθμό
  2. (κατ’ επέκταση) η απόκρυψη γεγονότων ή εξελίξεων από το φως της δημοσιότητας


32πχ Μεταφράσεις[]