ναρκώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ναρκώνω < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ρήμα[]

ναρκώνω, παρατ.: νάρκωνα, στιγμ. μέλλ.: θα ναρκώσω, αόρ.: νάρκωσα , παθ.φωνή: ναρκώνομαι , μτχ.π.π.: ναρκωμένος

  1. φέρνω κάποιον σε κατάσταση νάρκης ή υπνηλίας
    αυτή η σιγανή μουσική με ναρκώνει
    οι απαγωγείς νάρκωσαν το θύμα τους με μια υπνωτική ένεση
  2. (ιατρική) χορηγώ σε κάποιον αναισθητική ουσία πριν από χειρουργική επέμβαση

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Plume ombre.png Κλίση[]


32πχ Μεταφράσεις[]