drug

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

drug (en)

  1. ναρκωτικό
  2. φαρμακευτική ουσία

Open book 01.svg Ρήμα[]

drug (en)

  1. ναρκώνω άνθρωπο (με παράνομη ουσία και όχι με αναισθητικό στη διάρκεια επέμβασης)
  2. ρίχνω ναρκωτική ουσία σε τρόφιμο ή ποτό


Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[]

drug (en)

  1. αόριστος του drag σε ορισμένες περιοχές των ΗΠΑ (πιο κοινός τύπος: drugged)


Flag of Serbia.svg Σερβικά (sr) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

drug (sr)

  • λατινική γραφή του друг