νάρκη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική νάρκη νάρκες
γενική νάρκης ναρκών
αιτιατική νάρκη νάρκες
κλητική νάρκη νάρκες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

νάρκη < Από το αρχαίο νάρκη.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

νάρκη θηλυκό

  1. (στρατιωτικός όρος), (ναυτικός όρος): εκρηκτική πολεμική συσκευή.
    Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις:ναρκοπέδιο, ναρκοθέτηση, ναρκοθέτις, ναρκαλιεία, ναρκαλιευτής, ναρκαλιευτικό, ναρκοσυλλέκτης, ΤΕΝΞ
  2. Προσωρινή απώλεια των αισθήσεων.

Εκφράσεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]