πολυθρόνα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πολυθρόνα πολυθρόνες
γενική πολυθρόνας
αιτιατική πολυθρόνα πολυθρόνες
κλητική πολυθρόνα πολυθρόνες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πολυθρόνα < ιταλική poltrona, θηλυκό του poltrone < poltro
Η λέξη συνδέθηκε παρετυμολογικά με τις λέξεις πολύς και θρόνος, κάτι που ερμηνεύει την καθιερωμένη γραφή της

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /pɔ.li.ˈθɾɔ.na/
δερμάτινη πολυθρόνα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

πολυθρόνα θηλυκό

  • αναπαυτικό κάθισμα για ένα άτομο με στηρίγματα για την πλάτη και, συνήθως, για τα χέρια

Books-aj.svg aj ashton 01f.svg Πολυλεκτικοί όροι[]

32πχ Μεταφράσεις[]