προσδοκία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική προσδοκία προσδοκίες
γενική προσδοκίας προσδοκιών
αιτιατική προσδοκία προσδοκίες
κλητική προσδοκία προσδοκίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

προσδοκία < αρχαία ελληνική

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

προσδοκία θηλυκό

  1. το να αναμένεις, να ελπίζεις, ότι θα συμβεί κάτι (καλό ή κακό)

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • παρά πάσαν προσδοκίαν: (λόγιο) αντίθετα με αυτό που περιμέναμε


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]