σειρήνα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | σειρήνα | σειρήνες |
| γενική | σειρήνας | σειρήνων |
| αιτιατική | σειρήνα | σειρήνες |
| κλητική | σειρήνα | σειρήνες |
[
]
Ετυμολογία
- σειρήνα < αρχαία ελληνική Σειρήν και σημασιολογικό δάνειο από γαλλική sirène
[
]
Ουσιαστικό
σειρήνα θηλυκό
- (μυθολογία) γυναικεία μορφή που μάγευε τους ναυτικούς με το τραγούδι της για να τους σκοτώσει
- συσκευή που παράγει πολύ δυνατό και οξύ ήχο όταν σημαίνεται συναγερμού ή για να προειδοποιήσει για έκτακτη ανάγκη, όπως γίνεται με τα περιπολικά, τα ασθενοφόρα και τα πυροσβεστικά οχήματα