σκοτίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκοτίζω < ελληνιστική κοινή σκοτίζω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

σκοτίζω (παθητικό: σκοτίζομαι)

  1. ζαλίζω κάποιον, του σκοτίζω το μυαλό, τον ενοχλώ, τον επιβαρύνω
    Εδώ ήρθαμε να πιούμε κάνα κρασάκι να διασκεδάσουμε, μια μας σκοτίζεις τώρα με τα μνημόνια
  2. σκοτεινιάζω ένα χώρο, συσκοτίζω (σπάνια χρήση)
  3. (παθητικό) στενοχωριέμαι, ενδιαφέρομαι, ανησυχώ
    Του είπα ότι θα μας κόψουν το ρεύμα αν δεν πληρώσουμε σήμερα τη ΔΕΗ κι αυτός ο αναίσθητος ούτε που σκοτίστηκε
    Δεν σκοτίζεται για τίποτα (ο αμέριμνος, ο ανοιχτόκαρδος, ο χαλαρός, αλλά ενίοτε και ο παντελώς αδιάφορος, ο αναίσθητος)
    Σκοτίστηκα! : ειρωνικά, δηλαδή "στα παλιά μου τα παπούτσια"


Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκοτίζω < σκότος ή σκοτόω + -ίζω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

σκοτίζω (ελληνιστική λέξη, & αργότερα σκοτάζω)

  1. σκοτεινιάζω, συσκοτίζω
    σκοτίζουσα τὴν διάνοιαν ὄχλησις (Διον. Αλικαρν.)