τετραπληγία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τετραπληγία τετραπληγίες
γενική τετραπληγίας τετραπληγιών
αιτιατική τετραπληγία τετραπληγίες
κλητική τετραπληγία τετραπληγίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

τετραπληγία < τετρα- + πληγή + -ία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

τετραπληγία θηλυκό

  1. (ιατρική): πάθηση της άνω μοίρας της σπονδυλικής στήλης, συνηθέστερα από κάκωση, με συνέπεια την παράλυση των άνω και κάτω άκρων (χεριών και ποδιών)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]