τόγα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Άντρας με τόγα.
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τόγα τόγες
γενική τόγας τογών
αιτιατική τόγα τόγες
κλητική τόγα τόγες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τόγα < λατινική toga < tegō (ντύνομαι)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈtɔ.ɣa/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τόγα θηλυκό

  1. το κύριο ένδυμα που φορούσαν οι Ρωμαίοι πολίτες, αποτελούμενο από ένα ιμάτιο με πολλές πτυχώσεις γύρω από το σώμα
    Στην αρχαία Ρώμη, το χρώμα της τόγας διέφερε ανάλογα με την κοινωνική θέση αυτού που την φορούσε.

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]