чёрный
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ρωσικά (ru) [
]
Προφορά [
]
- ΔΦΑ : /[ˈtɕornɨj]/
Επίθετο [
]
чёрный (ru)
- μαύρο
- ακατέργαστο, τραχύ
- πίσω (σκάλες, είσοδο, κλπ.)
- (εργασία): ανειδίκευτη, χειρωνακτική
- (μέταλλο): ferrous
-
- на чёрный день — για μια βροχερή μέρα
- чёрным по бе́лому — στα μαύρα και στα άσπρα
- чёрное де́рево — έβενος
- чёрная доска́ — μαυροπίνακας
- чёрная металлу́ргия — βιομηχανία κατεργασίας σιδήρου και ατσαλιού
-
Ουσιαστικό [
]
чёрный (ru) αρσενικό
Συνώνυμα [
]
- ο νέγρος (όχι προσβλητικό)