μαυροπίνακας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μαυροπίνακας μαυροπίνακες
γενική μαυροπίνακα μαυροπινάκων
αιτιατική μαυροπίνακα μαυροπίνακες
κλητική μαυροπίνακα μαυροπίνακες

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

μαυροπίνακας < μαύρος + πίνακας < μεταφραστικό δάνειο από την γαλλική tableau noir
Η λέξη μαρτυρείται από το 1838

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /ma.vɾɔ.ˈpi.na.kas/

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

μαυροπίνακας αρσενικό

  1. ξύλινος πίνακας, βαμμένος στη μία όψη του με μαύρο χρώμα, που επιτρέπει να γραφεί κάτι πάνω του με κιμωλία και χρησιμοποιείται ιδίως στις σχολικές αίθουσες
  2. (παλιά) μαύρος πίνακας, όπου οι καταστηματάρχες σημείωναν όσα τους όφειλαν οι πελάτες

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη