μαύρος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- μαύρος < αρχαία ελληνική ἀμαυρός
Προφορά [
]
Επίθετο [
]
μαύρος, -η, -ο
- που απορροφά όλο το φως που πέφτει επάνω του
- που έχει σκούρο χρώμα
- μαύρο ψωμί
- που αναφέρεται στους γηγενείς της υποσαχάριας Αφρικής
- η μαύρη φυλή
- (μεταφορικά) ο δυστυχισμένος
- μαύρη ζωή που κάνουμε εμείς οι μαύροι κλέφτες
- (οικονομία) παράνομος, σχετικός με την παραοικονομία
- μαύρη αγορά
- μαύρα χρήματα (που δεν δηλώνονται στην Εφορία)
- που από πρόθεση προκαλεί κακό
- μαύρη μαγεία
[
]
Ουσιαστικό [
]
μαύρος, -η, -ο
- αυτός που ανήκει στη μαύρη φυλή