λευκός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- λευκός < αρχαία ελληνική λευκός
Επίθετο [
]
λευκός -ή -ό
- άσπρος
- που έχει ανοιχτόχρωμο δέρμα, που ανήκει στη λεγόμενη λευκή φυλή, σε αντίθεση με τους Αφρικανούς ή τους Ασιάτες
- (μεταφορικά) άγραφος, καθαρός, μη βεβαρυμένος
- λευκό ποινικό μητρώο
Εκφράσεις [
]
- εν λευκώ: με εκ των προτέρων συγκατάθεση για οποιαδήποτε ενέργεια δευτέρου προσώπου
- λευκή επιταγή: επιταγή στην οποία ο εκδότης δεν αναγράφει το ποσό που πρέπει να εισπράξει ο κομιστής, επομένως μπορεί ο τελευταίος να συμπληρώσει το κενό κατά βούληση
- λευκή νύχτα: μια νύχτα αϋπνίας ή μια νύχτα χωρίς σεξουαλική επαφή
- λευκός γάμος: γάμος που γίνεται μόνο τυπικά, πχ για να εκμεταλλευτεί ο ένας ή και οι δύο σύζυγοι κάποιο ευεργέτημα νόμου
- λευκός θάνατος: η ηρωίνη ή ο θάνατος από ναρκωτικά
- λευκή απεργία: η απεργία κατά την οποία οι εργαζόμενοι παραμένουν στον εργασιακό τους χώρο
- λευκό ψηφοδέλτιο
- λευκά αιμοσφαίρια
Μεταφράσεις [
]
Αρχαία ελληνικά (grc) [
]
Ετυμολογία [
]
Επίθετο [
]
λευκός -ή -όν