λευκός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λευκός < αρχαία ελληνική λευκός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

λευκός -ή -ό

  1. άσπρος
  2. που έχει ανοιχτόχρωμο δέρμα, που ανήκει στη λεγόμενη λευκή φυλή, σε αντίθεση με τους Αφρικανούς ή τους Ασιάτες
  3. (μεταφορικά) άγραφος, καθαρός, μη βεβαρυμένος
    λευκό ποινικό μητρώο

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  1. εν λευκώ: με εκ των προτέρων συγκατάθεση για οποιαδήποτε ενέργεια δευτέρου προσώπου
  2. λευκή επιταγή: επιταγή στην οποία ο εκδότης δεν αναγράφει το ποσό που πρέπει να εισπράξει ο κομιστής, επομένως μπορεί ο τελευταίος να συμπληρώσει το κενό κατά βούληση
  3. λευκή νύχτα: μια νύχτα αϋπνίας ή μια νύχτα χωρίς σεξουαλική επαφή
  4. λευκός γάμος: γάμος που γίνεται μόνο τυπικά, πχ για να εκμεταλλευτεί ο ένας ή και οι δύο σύζυγοι κάποιο ευεργέτημα νόμου
  5. λευκός θάνατος: η ηρωίνη ή ο θάνατος από ναρκωτικά
  6. λευκή απεργία: η απεργία κατά την οποία οι εργαζόμενοι παραμένουν στον εργασιακό τους χώρο
  7. λευκό ψηφοδέλτιο
  8. λευκά αιμοσφαίρια

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική λευκός λευκή λευκόν λευκοί λευκαί λευκά
Γενική λευκοῦ λευκῆς λευκοῦ λευκῶν λευκῶν λευκῶν
Δοτική λευκῷ λευκῇ λευκῷ λευκοῖς λευκαῖς λευκοῖς
Αιτιατική λευκόν λευκήν λευκόν λευκούς λευκάς λευκά
Κλητική λευκέ λευκή λευκόν λευκοί λευκαί λευκά
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική λευκώ λευκά
Γενική-Δοτική λευκοῖν λευκαῖν

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λευκός < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *lewk- (λευκός, λαμπρός). Συγγενές με τα (λατινικά) lux, (σανσκριτικά) रोचते (rocate), (παλαιοαρμενικά) լոյս (loys), (αγγλοσαξονικά) lēoht (αγγλικά light)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

λευκός -ή -όν

  1. λαμπρός, καθαρός
  2. λευκός, άσπρος