λεύκα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λεύκα | λεύκες |
| Γενική | λεύκας | λευκών |
| Αιτιατική | λεύκα | λεύκες |
| Κλητική | λεύκα | λεύκες |
Ετυμολογία
- < αρχαία ελληνική λεύκη
Ουσιαστικό
μια συστάδα από λεύκες Populus canadensis
λεύκα θηλυκό
- φυλλοβόλο δένδρο, με ωοειδή φύλλα και λευκό κορμό που αναπτύσει μεγάλο ύψος· τα άνθη της σχηματίζουν κρεμαστές ταξιανθίες ιούλων και οι καρποί τους καλύπτονται από λευκό χνούδι
Μεταφράσεις
|
|